χαρούμενος
επίθετο1. Που αισθάνεται ή εκδηλώνει ευχαρίστηση, ικανοποίηση ή καλή διάθεση λόγω ευχάριστων εμπειριών, γεγονότων ή προσδοκιών.
2. Που παρουσιάζει ευδιάθετη εμφάνιση ή συμπεριφορά, με ζωηρότητα ή χαμόγελο.
Συνώνυμα
ευτυχισμένος χαρής ευδιάθετος ευφρόσυνος χαρωπός εύθυμος κεφάτος γελαστός χαμογελαστός ευτυχής ευχαριστημένος χαρμόσυνος ανεβασμένος πρόσχαρος ενθουσιασμένος εκστατικός αισιόδοξος ξεφαντωμένος ξεσαλωμένος ευδαίμων λαμπερός γιορτινός μακάριος
Αντώνυμα
λυπημένος θλιμμένος δυστυχής στενοχωρημένος θλιβερός λυπηρός τραγικός χαμηλός καταθλιπτικός μουντός πικραμένος συντετριμμένος αποκαρδιωμένος δυστυχισμένος κατσουφιασμένος μακάβριος μουτρωμένος ταλαίπωρος στεναχωρημένος μελαγχολικός σκυθρωπός άθλιος πληγωμένος απογοητευμένος σπασμένος αγανακτισμένος απαρηγόρητος γκρινιάρης δυσαρεστημένος ενοχλημένος ζοφερός οργισμένος πένθιμος κατσούφης απελπισμένος θυμωμένος δυσάρεστος γκρίζος κακομοίρης μίζερος πάσχων δύστροπος καταρρακωμένος σπαρακτικός
Παραδείγματα χρήσης
- Είμαι χαρούμενος που πέρασα καλά στην εκδρομή.
- Η Μαρία ήταν πολύ χαρούμενη όταν άκουσε τα νέα.
- Το μωρό κοιμόταν με ένα χαρούμενο χαμόγελο.
- Οι γονείς ήταν χαρούμενοι για την επιτυχία του παιδιού.
- Να είσαι πάντα χαρούμενος.