χαρούμενος

επίθετο

1. Που αισθάνεται ή εκδηλώνει ευχαρίστηση, ικανοποίηση ή καλή διάθεση λόγω ευχάριστων εμπειριών, γεγονότων ή προσδοκιών.

2. Που παρουσιάζει ευδιάθετη εμφάνιση ή συμπεριφορά, με ζωηρότητα ή χαμόγελο.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Είμαι χαρούμενος που πέρασα καλά στην εκδρομή.
  • Η Μαρία ήταν πολύ χαρούμενη όταν άκουσε τα νέα.
  • Το μωρό κοιμόταν με ένα χαρούμενο χαμόγελο.
  • Οι γονείς ήταν χαρούμενοι για την επιτυχία του παιδιού.
  • Να είσαι πάντα χαρούμενος.