απαρηγόρητος
επίθετοΠου δεν παρηγορείται· που βρίσκεται σε αβάσταχτη θλίψη ή απόγνωση και δεν ανακουφίζεται από λόγια ή προσπάθειες παρηγοριάς.
Συνώνυμα
συντετριμμένος καταρρακωμένος συντριμμένος διαλυμένος σπαραγμένος απελπισμένος αποκαρδιωμένος κλονισμένος καταβεβλημένος κατεστραμμένος συγκλονισμένος ράκος τσακισμένος σκασμένος πληγωμένος δυστυχισμένος δακρυσμένος θλιμμένος λυπημένος μελαγχολικός απογοητευμένος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο πατέρας ήταν απαρηγόρητος μετά την απώλεια του παιδιού του.
- Έμεινε απαρηγόρητη όταν έμαθε τα άσχημα νέα.
- Τα παιδιά ήταν απαρηγόρητα επειδή ακυρώθηκε η εκδρομή.
- Παρά τις προσπάθειες των φίλων του, ο Νίκος παρέμενε απαρηγόρητος όλο το βράδυ.
- Η γιαγιά ένιωθε απαρηγόρητη κάθε φορά που θυμόταν εκείνη τη μέρα.