ευχαριστημένος
επίθετο1. Που νιώθει θετικό συναίσθημα επειδή ανάγκες, επιθυμίες ή προσδοκίες έχουν καλυφθεί.
2. Που θεωρεί το αποτέλεσμα μιας ενέργειας, εργασίας ή προσπάθειας επαρκές ή αποδεκτό και δεν επιδιώκει περαιτέρω αλλαγές.
Συνώνυμα
ικανοποιημένος ευτυχισμένος ευτυχής χαρούμενος πανευτυχής ευγνώμων χορτασμένος ενθουσιασμένος κατενθουσιασμένος χορτάτος ευδιάθετος καθησυχασμένος αναπαυμένος ευφραινόμενος ευδαίμων χαρωπός ανακουφισμένος
Αντώνυμα
δυσαρεστημένος απογοητευμένος ανικανοποίητος δυστυχής γκρινιάρης ενοχλημένος λυπημένος θλιμμένος αγανακτισμένος αναστατωμένος πικραμένος πληγωμένος εκνευρισμένος μουτρωμένος οργισμένος σκασμένος αθλιωμένος κακοδιάθετος
Παραδείγματα χρήσης
- Είμαι ευχαριστημένος με το αποτέλεσμα της εργασίας.
- Η μητέρα ήταν ευχαριστημένη με την πρόοδο του παιδιού.
- Οι πελάτες έφυγαν ευχαριστημένοι από το εστιατόριο.
- Το προσωπικό ένιωσε ευχαριστημένο όταν αναγνωρίστηκε η προσπάθειά του.
- Δεν ήταν κανείς ευχαριστημένος με την απόφαση.