πικραμένος

επίθετο

1. Που αισθάνεται πίκρα, λύπη ή απογοήτευση εξαιτίας προσβολής, απώλειας ή αδικίας.

2. Που έχει πικρή γεύση, είτε λόγω παρουσίας πικρών συστατικών είτε λόγω αλλοίωσης.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Μετά τη συζήτηση, ο Γιώργος έμεινε πικραμένος.
  • Η Μαρία είναι ακόμη πικραμένη για τα λόγια του.
  • Οι κάτοικοι έμειναν πικραμένοι από την απόφαση του δήμου.
  • Το φαγητό είχε μείνει πικραμένο και δεν το δοκίμασα.
  • Η φιλία τους έγινε πικραμένη μετά την παρεξήγηση.