πικραμένος
επίθετο1. Που αισθάνεται πίκρα, λύπη ή απογοήτευση εξαιτίας προσβολής, απώλειας ή αδικίας.
2. Που έχει πικρή γεύση, είτε λόγω παρουσίας πικρών συστατικών είτε λόγω αλλοίωσης.
Συνώνυμα
πληγωμένος προσβεβλημένος απογοητευμένος λυπημένος θλιμμένος στεναχωρημένος μουτρωμένος κατσούφης κατσουφιασμένος σκυθρωπός ενοχλημένος ξινός ξινισμένος πικρός κατηφής δυσαρεστημένος θιγμένος μπουχτισμένος τσαντισμένος θυμωμένος οργισμένος σπασμένος αγανακτισμένος εκνευρισμένος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Μετά τη συζήτηση, ο Γιώργος έμεινε πικραμένος.
- Η Μαρία είναι ακόμη πικραμένη για τα λόγια του.
- Οι κάτοικοι έμειναν πικραμένοι από την απόφαση του δήμου.
- Το φαγητό είχε μείνει πικραμένο και δεν το δοκίμασα.
- Η φιλία τους έγινε πικραμένη μετά την παρεξήγηση.