τετριμμένος
επίθετο1. Που στερείται πρωτοτυπίας ή φρεσκάδας, λόγω επανάληψης ή ευρείας χρήσης και ως εκ τούτου προκαλεί αδιαφορία ή έλλειψη εντυπώσεων.
2. Που εμφανίζεται με τρόπο στερεοτυπικό ή πεζό, χωρίς ιδιαίτερο ενδιαφέρον ή καλλιτεχνική αξία.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
πρωτότυπος θαυμαστός μαγευτικός επινοητικός καινοφανής ασυνήθιστος καινοτόμος πρωτοποριακός φρέσκος ιδιαίτερος μοναδικός αυθεντικός εφευρετικός δημιουργικός καινούριος αλλόκοτος αξιοθαύμαστος ασυνήθης τρομερός διαστημικός αξιοσημείωτος αξιόλογος ενδιαφέρων καθηλωτικός ονειρικός πρωτόγνωρος εξωπραγματικός πρωτοφανής σημαντικός σπουδαίος καταπληκτικός
Παραδείγματα χρήσης
- Η δικαιολογία του ήταν τόσο τετριμμένη που κανείς δεν την πίστεψε.
- Το μαγαζί πουλάει τετριμμένα ρούχα σε χαμηλές τιμές.
- Η ταινία χρησιμοποίησε τετριμμένες σκηνές δράσης που δεν εντυπωσίασαν.
- Είναι ένας τετριμμένος άνθρωπος που αποφεύγει την καινοτομία.
- Η συζήτηση έπεσε σε ένα τετριμμένο θέμα που όλοι είχαν ήδη εξαντλήσει.