σταματάω
ρήμα1. Παύω να κινούμαι ή να έχω ροή κίνησης και μένω ακίνητος ή ακινητοποιούμαι.
2. Διακόπτω ή παύω μια ενέργεια, δραστηριότητα ή διαδικασία, ώστε να μην συνεχίζεται.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
αρχίζω ξεκινώ συνεχίζω κρατάω προχωράω ξεκινάω εξακολουθώ κυλάω περιπλανιέμαι περιστρέφομαι προχωρώ εκκινώ ενεργοποιώ ενεργοποιούμαι διαρκώ διατηρώ συνεχίζομαι πηγαίνω κουνιέμαι κυνηγάω ξαναπαίρνω ξεγλιστράω πασχίζω δουλεύω οδηγώ πετιέμαι ταλαντεύομαι κοπανάω πλανιέμαι συνέχιση επανεκκινώ αναπτύσσομαι υπομένω γλιστράω επιταχύνομαι
Παραδείγματα χρήσης
- Σήμερα σταματάω νωρίς από τη δουλειά.
- Κάθε φορά που βρέχει, σταματάω το αυτοκίνητο στην άκρη του δρόμου.
- Αυτή τη χρονιά σταματάω το κάπνισμα.
- Όταν ακούω τον συναγερμό, σταματάω να μιλάω αμέσως.
- Σε περίπτωση κινδύνου, σταματάω τα μηχανήματα από τον πίνακα ελέγχου.