σπουδαίος
επίθετο1. Που έχει μεγάλη αξία, επιρροή ή βαρύτητα σε ένα πλαίσιο, γεγονός ή για κάποιον.
2. Που ξεχωρίζει λόγω των επιτευγμάτων, των ικανοτήτων ή του ήθους του και προκαλεί σεβασμό ή θαυμασμό.
Συνώνυμα
σημαντικός αξιοσημείωτος εξέχων διακεκριμένος σημαντικότατος εξαιρετικός αξιοθαύμαστος εξαίρετος ουσιώδης καθοριστικός κομβικός κριτικός καίριος επιφανής λαμπρός ένδοξος σοβαρός δεινός θαυμαστός σούπερ γαμάτος διαπρεπής διάσημος φημισμένος μεγάλος φοβερός τρομερός καταπληκτικός μοναδικός πρωτεύων πρωταρχικός πρωτοποριακός επιβλητικός λαμπερός έντονος επιτεύξιμος υπέροχος επείγων απίθανος έκτακτος άξιος άριστος ανεπανάληπτος αξιοσέβαστος εξαίσιος θαυμάσιος καλός σεβαστός εκτιμητός επώνυμος μεγαλειώδης σεβάσμιος πρωτοκλασάτος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο σπουδαίος επιστήμονας ανακάλυψε μία νέα θεραπεία.
- Η σπουδαία ανακάλυψη άλλαξε την πορεία της ιατρικής.
- Έκανε σπουδαία δουλειά στην παρουσίαση και εντυπωσίασε όλους.
- Οι σπουδαίοι καλλιτέχνες της πόλης συγκεντρώθηκαν στο φεστιβάλ.
- Μην το παραβλέπεις — αυτό είναι σπουδαίο για το μέλλον της εταιρείας.