πλήθος
ουσιαστικό1. Σύνολο πολλών ατόμων ή αντικειμένων, οργανωμένων ή μη, που συγκεντρώνονται ή θεωρούνται ως ενότητα.
2. Μεγάλος αριθμός ανθρώπων ή πραγμάτων, ποσότητα που υπερβαίνει το συνηθισμένο και εκδηλώνεται ως έντονη παρουσία.
Συνώνυμα
κόσμος όχλος μάζα πληθώρα πλειάδα αριθμός ποσότητα πληθυσμός συρροή συνάθροιση συγκέντρωση μπουλούκι πλειονότητα αφθονία κοινό συναγωγή λαός πολλοί πολυκοσμία συνωστισμός σμήνος κοσμάκης μαζικότητα συσσώρευση διαδήλωση σύναξη όγκος κοπάδι αγέλη λεγεώνα ανθρωπότητα ποικιλία συνολότητα συστοιχία
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το πλήθος φώναξε συνθήματα στην πλατεία.
- Ένα πλήθος κόσμου συγκεντρώθηκε μπροστά στο θέατρο.
- Υπάρχει πλήθος επιλογών στο μενού.
- Παρουσίασαν πλήθος αποδεικτικών στοιχείων στο δικαστήριο.
- Στο μυαλό του υπήρχε ένα πλήθος σκέψεων και αναμνήσεων.