κοινό

ουσιαστικό

1. Σύνολο ανθρώπων που παρακολουθεί, ακούει ή συμμετέχει σε εκδήλωση, παράσταση, ομιλία ή μετάδοση.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το κοινό χειροκρότησε τους ηθοποιούς στο τέλος της παράστασης.
  • Έχουν ένα κοινό ενδιαφέρον για τη μουσική.
  • Το κοινό συμφέρον υπερβαίνει τις προσωπικές διαφορές.
  • Το κοινό προτιμά απλές εξηγήσεις αντί τεχνικών όρων.
  • Μερικά αστεία δεν άρεσαν στο κοινό.