μειονότητα

ουσιαστικό

Κοινωνική ομάδα μικρότερη σε αριθμό από το μεγαλύτερο σύνολο μέσα στο οποίο ανήκει, με κοινά χαρακτηριστικά, συμφέροντα ή ταυτότητα, και συχνά με περιορισμένη επιρροή ή εκπροσώπηση.

Συνώνυμα

ολιγότητα ελάσσωνότητα κλάσμα μικροπληθυσμός μειοψηφία

Αντώνυμα

πλειονότητα πλειοψηφία πλήθος όχλος δήμος

Παραδείγματα χρήσης

  • Η ελληνόφωνη μειονότητα ζει κυρίως στα βόρεια του νησιού.
  • Σε πολλές χώρες, μια θρησκευτική μειονότητα ζητά ίσα δικαιώματα.
  • Μια μικρή μειονότητα διαφώνησε με την απόφαση της συνέλευσης.
  • Οι μαθητές που υποστήριξαν την πρόταση ήταν μειονότητα μέσα στην τάξη.
  • Πρέπει να προστατεύονται τα δικαιώματα της γλωσσικής μειονότητας.