μηδέν
ουσιαστικό1. Αριθμός που αντιπροσωπεύει την απουσία ποσότητας και λειτουργεί ως ουδέτερο στοιχείο στην πρόσθεση.
2. Σύμβολο ή ψηφίο (0) στα δεκαδικά και άλλα συστήματα αρίθμησης που χρησιμεύει ως θέσης-κρατητής για τη σωστή αναπαράσταση των τιμών.
Συνώνυμα
τίποτα τίποτε ζέρο μηδενικός μηδενικό μηδαμινότητα μηδενικότητα καθόλου μηδαμινό κενό κανένα ανυπαρξία
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το μηδέν βρίσκεται πριν το ένα στον αριθμητικό άξονα.
- Στον λογαριασμό του έχουν μείνει μηδέν ευρώ.
- Η προσπάθειά του έφερε μηδέν αποτέλεσμα.
- Ξαναρχίζουμε από το μηδέν.
- Μετά το ατύχημα, τα σχέδιά του έγιναν μηδέν.