λαός

ουσιαστικό

1. Σύνολο ανθρώπων που κατοικούν σε συγκεκριμένο γεωγραφικό χώρο ή μοιράζονται κοινή εθνική, πολιτιστική ή γλωσσική ταυτότητα.

2. Σύνολο πολιτών μιας πολιτικής κοινότητας ή κράτους, που συμμετέχουν ή αναγνωρίζονται ως πολιτική οντότητα.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο λαός ψήφισε για αλλαγή.
  • Στην πλατεία ο λαός φώναζε συνθήματα.
  • Ο λαός διατηρεί τα παραδοσιακά του έθιμα.
  • Ο λαός έχει τη δική του σοφία.
  • Οι λαοί της αρχαιότητας μοιράζονταν μύθους και θρύλους.