λαός
ουσιαστικό1. Σύνολο ανθρώπων που κατοικούν σε συγκεκριμένο γεωγραφικό χώρο ή μοιράζονται κοινή εθνική, πολιτιστική ή γλωσσική ταυτότητα.
2. Σύνολο πολιτών μιας πολιτικής κοινότητας ή κράτους, που συμμετέχουν ή αναγνωρίζονται ως πολιτική οντότητα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
ελίτ αριστοκρατία ολιγαρχία πλουτοκρατία στρατός άρχοντας στρατιά άρχοντες κυβερνήτες ηγεσία εξουσία ευγενείς αφεντικά αυλή επιτροπή διοικητής κρέμα κυβέρνηση γερουσιαστής υπουργός πρίγκηπας άρχων βουλή ηγεμόνας κλίκα επίσκοπος πλούσιοι τύπος βασιλιάς πρόεδρος κυβερνήτης στρατηγός φράγκο δήμαρχος πρωθυπουργός ηγεμών αξιωματούχος σουλτάνος
Παραδείγματα χρήσης
- Ο λαός ψήφισε για αλλαγή.
- Στην πλατεία ο λαός φώναζε συνθήματα.
- Ο λαός διατηρεί τα παραδοσιακά του έθιμα.
- Ο λαός έχει τη δική του σοφία.
- Οι λαοί της αρχαιότητας μοιράζονταν μύθους και θρύλους.