ψήγμα
ουσιαστικό1. Μικρό κομμάτι ή κόκκος μετάλλου, ιδίως πολύτιμου, που προέρχεται από ορυκτό ή από ιζήματα.
2. Ελάχιστη ποσότητα ή ίχνος από κάτι, που υποδηλώνει παρουσία ή υπόλειμμα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Βρήκα ένα ψήγμα χρυσού μέσα στο χώμα.
- Υπήρχε ένα ψήγμα αμφιβολίας στην απάντησή του.
- Το κείμενο δεν είχε ούτε ένα ψήγμα πρωτοτυπίας.
- Ένιωσα ένα ψήγμα ελπίδας όταν διάβασα τα νέα.
- Το εργαστήριο εντόπισε ένα ψήγμα πλατίνας στο δείγμα.