παραμελώ
ρήμα1. Δεν παρέχω την αναγκαία φροντίδα, προσοχή ή επιμέλεια σε πρόσωπο, αντικείμενο ή εργασία, με αποτέλεσμα ελλείψεις στην ικανοποίηση αναγκών ή στην εκπλήρωση υποχρεώσεων.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
φροντίζω προσέχω μεριμνώ επιμελούμαι περιποιούμαι διαφυλάσσω επιβλέπω επιθεωρώ επισκοπώ επιτηρώ μελετώ προετοιμάζω συλλογίζομαι συμπαραστέκομαι μετράω μεγαλώνω ετοιμάζω ασχολούμαι χειρίζομαι φυλάω ανακαινίζω αξιοποιώ αφιερώνω εκπαιδεύω επεξεργάζομαι εποπτεύω περιθάλπω προνοώ συντηρώ διατηρώ παρακολουθώ διαχειρίζομαι τηρώ διασώζω επιλαμβάνομαι επισκευάζω εφαρμόζω θεραπεύω χαϊδεύω βοηθάω ελέγχω ετοιμάζομαι κυνηγάω συμπεριφέρομαι φέρνομαι αναστηλώνω θησαυρίζω φρουρώ χαιρετώ περιφρουρώ χειρίζω προστατεύω ανανεώνω επιδιορθώνω μνημονεύω προφυλάσσω βρίσκω ψάχνω απασχολώ γιορτάζω σχεδιάζω κυνηγώ καλωσορίζω αντιπροσωπεύω διακανονίζω καταπιάνομαι
Παραδείγματα χρήσης
- Συχνά παραμελώ τις δουλειές του σπιτιού όταν είμαι κουρασμένος.
- Δεν πρέπει να παραμελώ την υγεία μου, ακόμη κι αν νομίζω ότι είμαι καλά.
- Τον παραμελώ τελευταία επειδή έχω πολύ δουλειά.
- Αν παραμελώ τη συντήρηση του σπιτιού, θα προκύψουν σοβαρές ζημιές.
- Μην παραμελώ τα μικρά λάθη στο κείμενο πριν το στείλεις.