ξεκούραση
ουσιαστικό1. Κατάσταση προσωρινής ή επαναλαμβανόμενης μείωσης της σωματικής ή πνευματικής προσπάθειας, κατά την οποία περιορίζεται η κόπωση και αποκαθίστανται οι ενεργειακές και λειτουργικές ικανότητες.
Συνώνυμα
ανάπαυση ξεκούρασμα χαλάρωση διάλειμμα ρεπό αναψυχή αποκατάσταση αποθεραπεία αναζωογόνηση ανάπαυλα χαλάρωμα διακοπές αποσυμπίεση παύση ηρεμία ησυχία ανακούφιση διασκέδαση σχολή αργία ψυχαγωγία εφησυχασμός ξεγνοιασιά
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Μετά από την ολονύχτια δουλειά χρειάζομαι λίγη ξεκούραση.
- Το τριήμερο πήγαμε στο βουνό για ξεκούραση.
- Ο γιατρός μου συνέστησε πλήρη ξεκούραση για μια εβδομάδα.
- Το ήσυχο πάρκο ήταν μια ευπρόσδεκτη ξεκούραση από τη φασαρία της πόλης.
- Μια σύντομη ξεκούραση των ματιών κάθε ώρα βοηθά σε πολύωρη δουλειά μπροστά στην οθόνη.