κουλ
επίθετο1. Που προκαλεί θετική εντύπωση ή θαυμασμό λόγω χαλαρής, ανεπιτήδευτης στάσης, αυτοπεποίθησης ή χαρακτηριστικής αισθητικής.
Συνώνυμα
ψύχραιμος δροσερός γαμάτος στυλάτος μοντέρνος μοδάτος σικ χαλαρός εντυπωσιακός μοδάρης άνετος συμπαθητικός ευχάριστος φοβερός τέλειος ωραίος μάγκας εκπληκτικός καταπληκτικός έξυπνος κουλάρων χαλαρωτικός αμέριμνος ανέμελος αναπαυμένος ανοιχτόμυαλος απαθής αρεστός εξαίρετος επιτρεπτός ευμενής ηρεμημένος καλός κομπλέ μετρημένος σούπερ συμπαθής εντάξει διασκεδαστικός ξεχωριστός ήρεμος ήρεμα απίθανα ισορροπημένος χαλαρωμένος χαρισματικός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η φίλη μου είναι πάντα κουλ.
- Το καινούριο μου μπουφάν είναι πολύ κουλ.
- Μείνε κουλ, θα το λύσουμε.
- Η ατμόσφαιρα στο πάρτι ήταν πραγματικά κουλ.
- Οι ιδέες τους για το project είναι αρκετά κουλ.