απίθανα
επίρρημα1. Με τρόπο που ξεπερνά το συνηθισμένο ή το αναμενόμενο, προκαλώντας έκπληξη ή δυσπιστία.
2. Χρησιμοποιείται ως ένδειξη έντασης για να ενισχύσει την έκταση ή την ποιότητα ενός χαρακτηριστικού, προσδίδοντας υπερβολή ή θαυμασμό.
Συνώνυμα
απίστευτα καταπληκτικά εκπληκτικά εξαιρετικά φανταστικά εντυπωσιακά υπέροχα τρομερά φοβερά ασύλληπτα σούπερ πάρα συναρπαστικά μαγικά άρρωστα κουλ θαυμάσια
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η ιδέα του ακούγεται απίθανα ενδιαφέρουσα.
- Το ταξίδι πήγε απίθανα καλά παρά τις δυσκολίες.
- Ο καιρός είναι απίθανα ζεστός για την εποχή.
- Νόμιζα ότι θα αργήσει, αλλά έφτασε απίθανα γρήγορα.
- Το αποτέλεσμα ήταν απίθανα καλό για πρώτη προσπάθεια.