επιτρεπτός
επίθετο1. Που επιτρέπεται ή γίνεται αποδεκτό από νόμους, κανονισμούς ή εξουσιοδοτημένα πρόσωπα.
2. Που δεν προκαλεί ουσιώδη αντίρρηση ή βλάβη και συνεπώς μπορεί να γίνει δεκτό σε κοινωνικό ή ηθικό επίπεδο.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η χρήση κινητού κατά τη διάρκεια του μαθήματος δεν είναι επιτρεπτή.
- Ο θόρυβος από την κατασκευή θεωρείται επιτρεπτός έως τις 10 το βράδυ.
- Οι μικρές αλλαγές στο σχέδιο είναι επιτρεπτές σύμφωνα με τις οδηγίες.
- Το σφάλμα μέτρησης είναι επιτρεπτό εντός του καθορισμένου ορίου.
- Οι σχολιασμοί του ήταν επιτρεπτοί στην πλατφόρμα.