επιφύλαξη

ουσιαστικό

1. Στάση ή διάθεση προσοχής απέναντι σε πρόταση, πληροφορία ή κατάσταση, που εκφράζει αμφιβολία και την ανάγκη για περαιτέρω εξέταση πριν από οριστική αποδοχή.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Έχω σημαντική επιφύλαξη για την αξιοπιστία αυτών των στοιχείων.
  • Δέχτηκα την πρόταση, αλλά με επιφύλαξη.
  • Έκανα επιφύλαξη θέσης για το σεμινάριο της επόμενης εβδομάδας.
  • Υπογράφω το έγγραφο με επιφύλαξη των νομικών μου δικαιωμάτων.
  • Η εταιρεία διατήρησε επιφύλαξη για απρόβλεπτα έξοδα.