διστακτικότητα
ουσιαστικόΚατάσταση στην οποία ένα άτομο διστάζει ή δυσκολεύεται να αποφασίσει ή να ενεργήσει, επειδή αισθάνεται αβεβαιότητα, φόβο ή επιφυλακτικότητα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η διστακτικότητα του φάνηκε αμέσως όταν του ζήτησαν να μιλήσει.
- Με πολλή διστακτικότητα δέχτηκε την πρόταση.
- Η διστακτικότητα στο βλέμμα της έδειχνε ότι δεν ήταν σίγουρη.
- Δεν πρέπει να αφήνεις τη διστακτικότητα να σε εμποδίζει να πάρεις αποφάσεις.
- Παρά τη διστακτικότητα στην αρχή, τελικά συμφώνησε.