ατρόμησία
ουσιαστικό1. Έλλειψη φόβου ή δισταγμού μπροστά σε κίνδυνο, απειλή ή δυσκολία, που οδηγεί σε άμεση ή αποφασιστική αντιμετώπισή τους.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η ατρόμησία της πυροσβέστριας έσωσε πολλούς ανθρώπους.
- Για να ηγηθείς μιας αποστολής απαιτείται ατρόμησία και σωστή εκπαίδευση.
- Μέσα στη μάχη, η ατρόμησία του στρατιώτη ξεχώριζε μαζί με την ψυχραιμία του.
- Η ατρόμησία των παιδιών όταν ανέβηκαν στο παλιό δέντρο προκάλεσε εντύπωση.
- Στη λογοτεχνία, η ατρόμησία των ηρώων συχνά συμβολίζει τη μάχη κατά του φόβου.