επιβολή
ουσιαστικό1. Πράξη ή αποτέλεσμα της εφαρμογής κανόνων, νόμων, μέτρων ή ποινών προκειμένου να εξασφαλιστεί η συμμόρφωση.
2. Άσκηση εξουσίας ή δύναμης για την επιβολή αποφάσεων, περιορισμών ή υποχρεώσεων σε άτομα, ομάδες ή φορείς.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η επιβολή των περιοριστικών μέτρων κρίθηκε αναγκαία για την προστασία της δημόσιας υγείας.
- Η επιβολή του νόμου στην περιοχή ήταν άμεση μετά τα περιστατικά βανδαλισμών.
- Αντιδρούν στην επιβολή νέου φόρου χωρίς διαβούλευση.
- Η επιβολή προστίμων σε παραβάτες συχνά συνοδεύεται από νομικές προσφυγές.
- Πρότειναν την επιβολή αυστηρότερης πειθαρχίας στο σχολείο.
- Η επιβολή της τάξης απαιτεί συντονισμό μεταξύ των υπηρεσιών.