δέηση
ουσιαστικό1. Πράξη ή έκφραση με την οποία κάποιος απευθύνεται με σεβασμό και ταπεινότητα προς θεότητα ζητώντας βοήθεια, έλεος ή την ικανοποίηση κάποιου αναγκαίου αιτήματος.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η δέηση του πιστού ακούστηκε μέσα στην εκκλησία.
- Ο ιερέας έκανε δέηση για τους ασθενείς.
- Υποβλήθηκε δέηση για την αποφυλάκιση του κρατούμενου.
- Τον παρακάλεσε με δέηση να μην φύγει από το χωριό.
- Η δέηση του πλήθους για ειρήνη ήταν συγκινητική.