τσαμπουκάς
ουσιαστικό1. Συμπεριφορά που εκδηλώνεται με επιθετική, προκλητική διάθεση και επιδίωξη σύγκρουσης ή επιβολής, συχνά με απειλές, πρόκληση ή χρήση βίας.
Συνώνυμα
τραμπουκισμός τσαμπουκισμός νταηλίκι νταής μαγκιά επιθετικότητα αυθάδεια προκλητικότητα τσαγανό νεύρο μάγκας θράσος αγριότητα ωμότητα τραχύτητα βία επιβολή αντίσταση ασέβεια συμπλοκή σύρραξη ενέργεια κότσια μαχητής μονομάχος έπαρση αναίδεια αποφασισμός θρασύτητα καβγάς παλικαράς σφρίγος τολμηρότητα φόρα
Αντώνυμα
παθητικότητα υποχωρητικότητα συγκαταβατικότητα διαλλακτικότητα ειρηνικότητα ηρεμία ευγένεια συναινετικότητα ταπεινότητα ντροπαλότητα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο τσαμπουκάς της γειτονιάς προκάλεσε ξανά φασαρία στο καφενείο.
- Μην του ψάχνεις τσαμπουκά, δεν αξίζει να μπλέξεις μαζί του.
- Έβαλε λίγο τσαμπουκά για να υπερασπιστεί τη φίλη του.
- Στη δουλειά χρειάζεται περισσότερο μυαλό και λιγότερος τσαμπουκάς.
- Η διαφωνία λύθηκε χωρίς τσαμπουκά, με ψυχραιμία και συζήτηση.