τσαμπουκάς

ουσιαστικό

1. Συμπεριφορά που εκδηλώνεται με επιθετική, προκλητική διάθεση και επιδίωξη σύγκρουσης ή επιβολής, συχνά με απειλές, πρόκληση ή χρήση βίας.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο τσαμπουκάς της γειτονιάς προκάλεσε ξανά φασαρία στο καφενείο.
  • Μην του ψάχνεις τσαμπουκά, δεν αξίζει να μπλέξεις μαζί του.
  • Έβαλε λίγο τσαμπουκά για να υπερασπιστεί τη φίλη του.
  • Στη δουλειά χρειάζεται περισσότερο μυαλό και λιγότερος τσαμπουκάς.
  • Η διαφωνία λύθηκε χωρίς τσαμπουκά, με ψυχραιμία και συζήτηση.