επιταγή

ουσιαστικό

1. Γραπτό έγγραφο με εντολή του εκδότη προς τράπεζα ή άλλο πιστωτικό ίδρυμα να καταβάλει συγκεκριμένο χρηματικό ποσό σε ορισμένο δικαιούχο ή στον κομιστή του εγγράφου.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Έκδωσε επιταγή για να καλύψει τα έξοδα του έργου.
  • Η επιταγή του διοικητή να αποσυρθούν οι δυνάμεις εκτελέστηκε αμέσως.
  • Η προστασία της δημόσιας υγείας αποτελεί επιταγή για την κυβέρνηση.
  • Στην τράπεζα καταθέσαμε την επιταγή για είσπραξη.
  • Η επιταγή για άμεση αποκατάσταση των ζημιών ήρθε από την κεντρική υπηρεσία.