έκκληση

ουσιαστικό

1. Παράκληση ή δημόσιο κάλεσμα προς πρόσωπο, ομάδα ή το κοινό για βοήθεια, στήριξη, συνδρομή ή έλεος.

2. Επίσημη ή δημόσια προσφυγή με σκοπό την ευαισθητοποίηση, την κινητοποίηση ή την αίτηση λήψης μέτρων.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Έκανε έκκληση για βοήθεια μετά το ατύχημα.
  • Οι αρχές απηύθυναν έκκληση για αιμοδοσία λόγω έλλειψης αποθεμάτων.
  • Η οικογένεια δημοσίευσε έκκληση για πληροφορίες σχετικά με το αγνοούμενο παιδί.
  • Ο ιερέας απηύθυνε έκκληση για ειρήνη και μετάνοια.
  • Το κάλεσμα ήταν μια έκκληση για δικαιοσύνη και αλληλεγγύη.
  • Η ομάδα έκανε έκκληση στους πολίτες να τηρήσουν τα μέτρα υγιεινής.