εξουσία

ουσιαστικό

1. Ικανότητα ή δύναμη να επιβάλλει αποφάσεις, να κατευθύνει συμπεριφορές ή να ελέγχει πόρους, είτε με νομική, θεσμική είτε με πρακτική βάση.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η εξουσία αποφασίζει για το φορολογικό νομοσχέδιο.
  • Το δικαστήριο έχει την εξουσία να ακυρώσει τη σύμβαση.
  • Δεν έχω την εξουσία να υπογράψω αυτό το έγγραφο.
  • Η εξουσία του διευθυντή πάνω στο προσωπικό είναι εμφανής.
  • Η εξουσία συχνά διαφθείρει όσους τη χρησιμοποιούν αλόγιστα.