δεσποτεία
ουσιαστικό1. Εξουσία ή πολιτικό σύστημα όπου η εξουσία συγκεντρώνεται στα χέρια ενός προσώπου που ασκεί απόλυτο, ανεξέλεγκτο έλεγχο.
2. Τρόπος άσκησης εξουσίας που χαρακτηρίζεται από καταπίεση, αυθαιρεσία και έλλειψη θεσμικών ελέγχων.
Συνώνυμα
δεσποτισμός τυραννία απολυταρχία δικτατορία χούντα αυταρχισμός αυταρχία ολιγαρχία μοναρχία καθεστώς δυνάστευση αυταρχικότητα ολιγαρχισμός ηγεμονία παντοδυναμία καταπίεση κυριαρχία εξουσία αυτοκρατορία τσιφλίκι σκλαβιά βασίλειο δουλεία κουμάντο
Αντώνυμα
δημοκρατία ελευθερία ισότητα πλουραλισμός αυτονομία αυτοδιακυβέρνηση κοινοβουλευτισμός ανεξαρτησία λευτεριά δικαιοσύνη
Παραδείγματα χρήσης
- Οι κάτοικοι επαναστάτησαν για να ανατρέψουν τη δεσποτεία.
- Το μουσείο παρουσιάζει τεκμήρια από την περίοδο της δεσποτείας.
- Στο μυθιστόρημα, η μητέρα ασκούσε δεσποτεία στα παιδιά της.
- Η δεσποτεία των αγορών καθορίζει τις πολιτικές αποφάσεις.
- Υπέκυψε στη δεσποτεία του χρόνου.