εντολή
ουσιαστικό1. Οδηγία ή διαταγή που δίνεται από αρμόδια αρχή ή πρόσωπο για να εκτελεστεί κάποια ενέργεια.
2. Διαταγή προς υπολογιστή ή πρόγραμμα, κείμενο ή σύνολο οδηγιών που ζητούν την εκτέλεση συγκεκριμένης λειτουργίας.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο διοικητής έδωσε σαφή εντολή να αποσυρθούν οι δυνάμεις.
- Ο προγραμματιστής εκτέλεσε την εντολή στο τερματικό.
- Η τράπεζα ζήτησε εντολή πληρωμής από τον πελάτη.
- Οι φοιτητές ακολούθησαν πιστά τις εντολές του καθηγητή.
- Ο γιατρός έλαβε εντολή να μην διακόψει τη θεραπεία.