προσταγή

ουσιαστικό

1. Διατύπωση ή πράξη που επιβάλλει σε κάποιον να ενεργήσει ή να απέχει από μια ενέργεια, συνήθως προερχόμενη από πρόσωπο ή φορέα με εξουσία ή αρμοδιότητα.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο διοικητής έδωσε την προσταγή να προελάσουν οι μονάδες.
  • Η προσταγή «Μη καπνίζετε» ήταν αναρτημένη στην είσοδο.
  • Το πρόγραμμα εκτέλεσε την προσταγή για διαγραφή των προσωρινών αρχείων.
  • Πρέπει να ακολουθήσουμε την προσταγή του γιατρού σχετικά με τη θεραπεία.
  • Το δικαστήριο εξέδωσε την προσταγή απαγόρευσης εξόδου από τη χώρα.