παράγγελμα
ουσιαστικό1. Εντολή ή διαταγή που δίδεται από πρόσωπο ή αρχή και επιβάλλει την εκτέλεση συγκεκριμένης ενέργειας.
2. Επίσημη γραπτή ή προφορική οδηγία για τον τρόπο λειτουργίας ή τη συμπεριφορά σε θεσμικό, διοικητικό ή στρατιωτικό πλαίσιο.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο διοικητής έδωσε το παράγγελμα να προχωρήσει η επίθεση.
- Το υπουργείο απέστειλε παράγγελμα για την άμεση εφαρμογή των νέων μέτρων.
- Κατόπιν παραγγέλματος του εισαγγελέα, ξεκίνησαν οι έρευνες.
- Το παράγγελμα προς τους υπαλλήλους ήταν σαφές: κανένα λάθος στην καταχώρηση.
- Στο παλιό μυθιστόρημα, το παράγλεσμα του βασιλιά αποδίδεται με μεγαλοπρέπεια.