διαγράφω
ρήμα1. Αφαιρώ ή καταργώ γραφές, σημάδια ή περιεχόμενο από επιφάνεια ή έγγραφο, έτσι ώστε να μην είναι πλέον ορατά ή αναγνώσιμα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
γράφω εγγράφω καταγράφω καταχωρώ προσθέτω εισάγω ανακτώ αναπαράγω αναρτώ αποθηκεύω αποτυπώνω δημοσιεύω σημειώνω συντάσσω χαράσσω σώζω ανεβάζω αναγράφω αρχειοθετώ κατοχυρώνω ονοματίζω δημιουργώ αποκαθιστώ επαναφέρω εντάσσω αναπαριστώ αναπολώ επισημαίνω μνημονεύω ορίζω παραθέτω προγραμματίζω σκαρώνω κρατάω ονομάζω θυμίζω αναφέρω χρωστάω ανακαλύπτω ξεπληρώνω δηλώνω σημαδεύω δημοσιοποιώ ξαναβλέπω υπογράφω αθροίζω διερευνώ εκλέγω
Παραδείγματα χρήσης
- Με ένα κλικ διαγράφω το μήνυμα από τον λογαριασμό μου.
- Ο διαχειριστής διαγράφει την παλιά επαφή από τη λίστα αλληλογραφίας.
- Το σχολείο διέγραψε τον μαθητή από τα μητρώα όταν μετακόμισε.
- Η τράπεζα διαγράφει μέρος του χρέους μετά τη συμφωνηθείσα ρύθμιση.
- Με το εργαλείο «Γόμα» της εφαρμογής διαγράφω το ανεπιθύμητο σημάδι από την εικόνα.