αναπολώ
ρήμα1. Φέρνω στο νου γεγονότα, εμπειρίες ή στιγμές του παρελθόντος και τα ξαναζώ νοερά, συχνά με συναισθηματική χροιά.
2. Παραμένω νοητικά προσηλωμένος σε παλιές αναμνήσεις, εξετάζοντάς τες ξανά και ανασκοπώντας λεπτομέρειες ή εικόνες.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Συχνά αναπολώ τα καλοκαίρια της παιδικής μου ηλικίας.
- Όταν μυρίζω γεράνια, αναπολώ το πατρικό μου σπίτι.
- Μετά τη συνταξιοδότησή μου, αναπολώ τις μέρες που δούλευα καθημερινά.
- Κάθε Χριστούγεννα αναπολώ τους ανθρώπους που δεν είναι πια μαζί μας.
- Κοιτάζοντας τα παλιά γράμματα, αναπολώ τις στιγμές που ζούσα τότε.