δημιουργώ
ρήμα1. Φέρνω κάτι νέο σε ύπαρξη ή διαμορφώνω ιδέα, αντικείμενο ή έργο που δεν υπήρχε πριν.
2. Παράγω μορφές, σχέσεις ή εκφράσεις μέσω της φαντασίας, της δεξιότητας ή της επινόησης.
Συνώνυμα
φτιάχνω κατασκευάζω παράγω κάνω συνθέτω σχηματίζω πλάθω ιδρύω στήνω σχεδιάζω οργανώνω παρασκευάζω επινοώ εφευρίσκω σκαρώνω συγκροτώ διαμορφώνω ποιώ αναπαράγω προξενώ συντάσσω γράφω γεννώ συνδιαμορφώνω εκπλάθω σχετίζω φέρνω ξεκινάω προκαλώ καθιστώ εγείρω αναπτύσσω ανεγείρω εγκαθιδρύω θεσπίζω πυροδοτώ σμιλεύω συνάπτω υλοποιώ χτίζω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Στο ατελιέ δημιουργώ πίνακες με λάδι και έντονα χρώματα.
- Στην κουζίνα δημιουργώ νέες γεύσεις για το μενού του εστιατορίου.
- Στο λογισμικό δημιουργώ αντίγραφα ασφαλείας κάθε βράδυ.
- Με τις βιαστικές απαντήσεις δημιουργώ συχνά παρεξηγήσεις.
- Με τη συνεργασία της ομάδας δημιουργώ ένα πιο φιλικό εργασιακό περιβάλλον.