δέσμευση
ουσιαστικό1. Ενέργεια ή κατάσταση κατά την οποία κάποιος αναλαμβάνει υποχρέωση ή δεσμεύεται να τηρήσει, να εκτελέσει ή να σεβαστεί κάτι, είτε ηθικά είτε συμβατικά.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Έδειξε μεγάλη δέσμευση απέναντι στην ομάδα.
- Η δέσμευση του τραπεζικού λογαριασμού έγινε χθες.
- Η δέσμευση πόρων για το έργο ολοκληρώθηκε.
- Η δέσμευση της εταιρείας για μείωση εκπομπών καταγράφηκε στο συμβόλαιο.
- Η δέσμευση σε μια σχέση απαιτεί εμπιστοσύνη και χρόνο.