βεβαιότητα
ουσιαστικό1. Κατάσταση ή ιδιότητα κατά την οποία κάτι θεωρείται σίγουρο και αναμφισβήτητο, χωρίς χώρο για αμφιβολία σχετικά με την αλήθεια ή την έκβαση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
αβεβαιότητα αμφιβολία αγωνία απορία δοξασία επιφύλαξη υπόνοια υπόθεση στοίχημα πιθανότητα φήμη ρίσκο προαίσθημα υποψία ενδεχόμενο τεστ τυχαίοτητα εικασία σκεπτικισμός ανασφάλεια αμφιταλάντευση αμφισημία ασάφεια δυσπιστία πλάνη έκπληξη άποψη σύμπτωση ερώτημα εκδοχή θρύλος μύθος σύγχυση φαντασίωση ιδέα δοκιμή γνώμη σενάριο τυχαιότητα ψευδαίσθηση έγνοια ανακρίβεια αοριστία αστάθεια προϋπόθεση δισταγμός αναποφασιστικότητα αίνιγμα ερώτηση πείραμα επικινδυνότητα πρόβλεψη αναξιοπιστία διστακτικότητα
Παραδείγματα χρήσης
- Έχω απόλυτη βεβαιότητα ότι θα τα καταφέρεις.
- Η επιστημονική έρευνα προσέφερε βεβαιότητα για τα αποτελέσματα.
- Με βεβαιότητα μπορώ να πω ότι δεν υπήρξε λάθος στη διαδικασία.
- Η έλλειψη βεβαιότητας έκανε τους επενδυτές να διστάσουν.
- Ο δικηγόρος ζήτησε περισσότερα στοιχεία για να αποκτήσει βεβαιότητα σχετικά με την υπόθεση.