βεβαιότητα

ουσιαστικό

1. Κατάσταση ή ιδιότητα κατά την οποία κάτι θεωρείται σίγουρο και αναμφισβήτητο, χωρίς χώρο για αμφιβολία σχετικά με την αλήθεια ή την έκβαση.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Έχω απόλυτη βεβαιότητα ότι θα τα καταφέρεις.
  • Η επιστημονική έρευνα προσέφερε βεβαιότητα για τα αποτελέσματα.
  • Με βεβαιότητα μπορώ να πω ότι δεν υπήρξε λάθος στη διαδικασία.
  • Η έλλειψη βεβαιότητας έκανε τους επενδυτές να διστάσουν.
  • Ο δικηγόρος ζήτησε περισσότερα στοιχεία για να αποκτήσει βεβαιότητα σχετικά με την υπόθεση.