ενδεχόμενο

ουσιαστικό

Πιθανή περίπτωση ή κατάσταση που δύναται να συμβεί σε ένα συγκεκριμένο πλαίσιο, χωρίς να είναι βέβαιη.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

βεβαιότητα αδύναμο αδυνατότητα ανέφικτο απίθανο σιγουριά αποκλείεται

Παραδείγματα χρήσης

  • Το ενδεχόμενο βροχής μας αναγκάζει να πάρουμε ομπρέλες.
  • Υπάρχει το ενδεχόμενο να αλλάξουν τα σχέδια.
  • Σκέφτομαι κάθε ενδεχόμενο πριν αποφασίσω.
  • Παρά το ενδεχόμενο κινδύνου, προχώρησαν στο πείραμα.
  • Πρέπει να λάβουμε υπόψη μας το ενδεχόμενο καθυστέρησης.