έκπληξη
ουσιαστικό1. Συναισθηματική αντίδραση που προκαλείται όταν ένα γεγονός ή πληροφορία εμφανίζεται απροσδόκητα, εκφραζόμενη με θαυμασμό, απορία ή έντονη συγκίνηση.
2. Γεγονός, ενέργεια ή αντικείμενο που προκαλεί την παραπάνω αντίδραση.
Συνώνυμα
ξάφνιασμα κατάπληξη σοκ αποσβολή εντύπωση σαστισμός θαύμα θαυμασμός πάγωμα εγκεφαλικό αίσθημα έκσταση συναρπασμός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Έμεινε με έκπληξη όταν είδε το δώρο.
- Η ανακοίνωση ήταν μια ευχάριστη έκπληξη για όλους.
- Οργάνωσαν μια έκπληξη για τα γενέθλια της Μαρίας.
- Η τιμή του λογαριασμού ήταν μια δυσάρεστη έκπληξη.
- Ετοίμασαν πολλές εκπλήξεις για το πάρτι.