απομονώνω

ρήμα

1. Απομακρύνω ή χωρίζω κάτι ή κάποιον από άλλα πράγματα ή άτομα, τοποθετώντας το/τον σε ξεχωριστή θέση ή κατάσταση ώστε να μην υπάρχει επαφή ή αλληλεπίδραση.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Στο εργαστήριο απομονώνω το δείγμα για να εντοπίσω το παθογόνο.
  • Κατά την καραντίνα απομονώνω τους ηλικιωμένους για να τους προστατέψω.
  • Πριν από τη συντήρηση απομονώνω το ρεύμα στον ηλεκτρικό πίνακα.
  • Στο μάθημα φυσικής απομονώνω τη μεταβλητή που επηρεάζει το αποτέλεσμα.
  • Προσπαθώ να μην απομονώνω τα παιδιά που δυσκολεύονται να κοινωνικοποιηθούν.