απομονώνω
ρήμα1. Απομακρύνω ή χωρίζω κάτι ή κάποιον από άλλα πράγματα ή άτομα, τοποθετώντας το/τον σε ξεχωριστή θέση ή κατάσταση ώστε να μην υπάρχει επαφή ή αλληλεπίδραση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
ενώνω συνδέω επανενώνω επανασυνδέω συμπεριλαμβάνω σχετίζω αρθρώνω διασπείρω διαχέω ομαδοποιώ συνδυάζω ενσωματώνω εντάσσω συγχωνεύω συνενώνω ανακατεύω απελευθερώνω διασταυρώνω περιλαμβάνω συμπαραστέκομαι συνάγω συνθέτω αθροίζω αναστρέφω αφομοιώνω εμπλέκω κολλώ συγκρίνω συναθροίζω συσχετίζω αναμειγνύω ξετρυπώνω πυροδοτώ τροφοδοτώ ενοποιώ
Παραδείγματα χρήσης
- Στο εργαστήριο απομονώνω το δείγμα για να εντοπίσω το παθογόνο.
- Κατά την καραντίνα απομονώνω τους ηλικιωμένους για να τους προστατέψω.
- Πριν από τη συντήρηση απομονώνω το ρεύμα στον ηλεκτρικό πίνακα.
- Στο μάθημα φυσικής απομονώνω τη μεταβλητή που επηρεάζει το αποτέλεσμα.
- Προσπαθώ να μην απομονώνω τα παιδιά που δυσκολεύονται να κοινωνικοποιηθούν.