αναλύω

ρήμα

1. Εξετάζω συστηματικά τα επιμέρους στοιχεία ή την εσωτερική δομή ενός αντικειμένου, κειμένου, προβλήματος ή φαινομένου για να κατανοήσω τη σύσταση, τις σχέσεις και τη λειτουργία τους.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Κάθε πρωί αναλύω τα δεδομένα των πωλήσεων για να εντοπίσω τάσεις.
  • Στο σεμινάριο κριτικής αναλύω τα επιχειρήματα του άρθρου βήμα-βήμα.
  • Σε κάθε βιβλιοκριτική αναλύω τον συμβολισμό και την αφηγηματική δομή.
  • Στο εργαστήριο αναλύω την ένωση για να προσδιορίσω τα προϊόντα της διάσπασης.
  • Με τη βοήθεια ενζύμων αναλύω τα τρόφιμα σε απλούστερα μόρια.
  • Στο μάθημα της γραμματικής αναλύω τις προτάσεις για να δείξω τα μέρη του λόγου.