διαχωρίζω

ρήμα

1. Προκαλώ διάσπαση ή απομάκρυνση στοιχείων που ήταν ενωμένα, ώστε να γίνουν ξεχωριστά και ανεξάρτητα.

2. Ορίζω ή επισημαίνω όρια ανάμεσα σε αντικείμενα, ιδέες ή κατηγορίες, καθιστώντας τα διακριτά.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Στο σπίτι διαχωρίζω τα σκουπίδια σε ανακυκλώσιμα και οργανικά.
  • Στο σχολείο διαχωρίζω τους μαθητές ανάλογα με την ηλικία τους.
  • Στην ανάλυση διαχωρίζω τη θεωρία από την πρακτική εφαρμογή.
  • Στο εργαστήριο διαχωρίζω τα μείγματα με φυγοκέντρηση.
  • Στην έκθεση διαχωρίζω τα δεδομένα κατά φύλο και κατά ηλικιακή ομάδα.