ανέμελος
επίθετοΠου δεν έχει έγνοιες ή ανησυχίες, ζει ή συμπεριφέρεται χωρίς σοβαρές δεσμεύσεις και φορτίσεις.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
αγχωμένος ανήσυχος προβληματισμένος στενοχωρημένος τεταμένος στρεσαρισμένος σοβαρός μελαγχολικός θλιμμένος πικραμένος λυπηρός ταραγμένος δυστυχισμένος ενοχλημένος θορυβημένος κατσουφιασμένος μακάβριος μουτρωμένος σκυθρωπός υπεύθυνος ανασφαλής επιφυλακτικός αμήχανος πάσχων συνεσταλμένος φορτωμένος τρομακτικός αναστατωμένος λυπημένος πληγωμένος αυστηρός απαρηγόρητος απασχολούμενος επίπονος επιφορτισμένος πένθιμος συλλογισμένος
Παραδείγματα χρήσης
- Ο ανέμελος νέος έτρεχε στα λιβάδια χωρίς να ανησυχεί.
- Η ανέμελη κοπέλα χάρηκε το πάρτι χωρίς να σκέφτεται το μέλλον.
- Το απόγευμα ήταν ανέμελο, με απαλό αεράκι και ήσυχη διάθεση.
- Τα παιδιά ήταν ανέμελα στην παραλία, παίζοντας αμέριμνα με την άμμο.
- Εξήγησε με ανέμελο ύφος ότι όλα θα λυθούν, και κανείς δεν άγχθηκε.