ακέραιος
επίθετο1. Που είναι ολόκληρος, χωρίς σπασίματα, ρωγμές ή ελλείψεις.
2. Που δεν έχει υποστεί βλάβη ή αλλοίωση στην υλική ή λειτουργική του κατάσταση.
3. Που, στη μαθηματική έννοια, δηλώνει αριθμό χωρίς δεκαδικό ή κλασματικό μέρος.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
κλασματικός ημιτελής σπασμένος κατακερματισμένος ανέντιμος άτιμος διαλυμένος παραποιημένος τραυματίας πληγωμένος παραμορφωμένος ραγισμένος τραυματισμένος δεκαδικός ατελής κατεστραμμένος αλλοιωμένος τεμαχισμένος μισός διεφθαρμένος ελαττωματικός ελλιπής μερικός ψεύτης αμαρτωλός ατιμασμένος εξαπατητικός μεταχειρισμένος νοθευμένος πειραγμένος φθαρτός φθαρμένος διαμελισμένος μολυσμένος συντριμμένος
Παραδείγματα χρήσης
- Ο αριθμός 7 είναι ακέραιος.
- Το βιβλίο επέστρεψε ακέραιο μετά το ταξίδι.
- Ήρθαν όλες οι αποδείξεις ακέραιες.
- Είναι πολιτικός με ακέραιο χαρακτήρα.
- Ο πίνακας έμεινε ακέραιος παρά τη ζημιά στο πλαίσιο.