αλώβητος

επίθετο

1. Που δεν έχει καταληφθεί ή υποταχθεί από εχθρικές δυνάμεις ή επιθέσεις.

2. Που δεν έχει υποστεί βλάβη ή αλλοίωση και διατηρεί την αρχική του κατάσταση.

3. Που παραμένει ανεπηρέαστος από προσπάθειες αλλαγής, αποτυχίας ή κριτικής.

Συνώνυμα

απρόσβλητος απαραβίαστος άτρωτος ανίκητος αήττητος άπαρτος αδιαπέραστος άθικτος ακλόνητος άθραυστος ακατάβλητος ασφαλής

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η πόλη έμεινε αλώβητη μετά την πολιορκία.
  • Ο στρατιώτης επέστρεψε αλώβητος από το μέτωπο.
  • Το αρχαίο μνημείο παρέμεινε αλώβητο παρόλο που πέρασαν αιώνες.
  • Η φήμη της εταιρείας έμεινε αλώβητη παρά τις κατηγορίες.
  • Παρά τις πλημμύρες, πολλές γειτονιές έμειναν αλώβητες.