παλαιωμένος

επίθετο

1. Που έχει υποστεί φυσική φθορά ή έχει χάσει τη νεότητα λόγω του χρόνου ή της χρήσης, εμφανίζοντας σημάδια γήρανσης, φθοράς ή αλλοίωσης.

Συνώνυμα

παλαίωμένος παλιωμένος φθαρμένος ξεφτισμένος ωριμασμένος παλιός παλαιός γερασμένος γηρασμένος ταλαιπωρημένος ξεπερασμένος παρωχημένος παλιομοδίτικος αντικέ κακομεταχειρισμένος κουρελιασμένος φθαρτός παλιά σκουριασμένος ληγμένος ραγισμένος σκισμένος σαπισμένος μπαγιάτικος σκαρβαλιασμένος αναχρονιστικός

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Απόλαυσε ένα ποτήρι παλαιωμένου κρασιού από το κελάρι.
  • Η παλαιωμένη καρέκλα στο σαλόνι έχει βαθιές γρατζουνιές.
  • Το τραπέζι είναι παλαιωμένο με ειδική τεχνική για ρουστίκ αποτέλεσμα.
  • Οι παλαιωμένες ιδέες του δεν ανταποκρίνονται στις σύγχρονες ανάγκες.
  • Τα παλαιωμένα παπούτσια του είχαν χάσει τη σόλα.