παρωχημένος

επίθετο

1. Που ανήκει σε προηγούμενη εποχή και δεν ανταποκρίνεται στις σύγχρονες απαιτήσεις, πρακτικές ή γνώσεις.

2. Που δεν είναι πια ευρέως αποδεκτό ή σε χρήση, ιδιαίτερα σε θέματα μόδας, τεχνολογίας ή ιδεών.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το λογισμικό που χρησιμοποιούμε είναι παρωχημένο και χρειάζεται άμεση ενημέρωση.
  • Η νομοθεσία περί εργασίας θεωρείται παρωχημένη και δυσκολεύει τους νέους εργαζόμενους.
  • Οι παραδοσιακές μέθοδοι παραγωγής έγιναν παρωχημένες μετά την εισαγωγή αυτοματισμών.
  • Η εμφάνιση του βιβλίου με έκανε να πιστέψω πως το περιεχόμενο είναι παρωχημένο.
  • Μερικοί όροι στη βιβλιογραφία έχουν γίνει παρωχημένοι και δεν χρησιμοποιούνται πια.
  • Κατά τη συζήτηση ο καθηγητής φάνηκε παρωχημένος σχετικά με τις ψηφιακές εφαρμογές.