παλιός
επίθετο1. Που έχει μεγάλο χρονικό διάστημα ύπαρξης από τη δημιουργία, γέννηση ή κατασκευή του και παρουσιάζει σημάδια γήρανσης.
2. Που υπήρχε ή ίσχυε σε προγενέστερη περίοδο, πριν από την παρούσα κατάσταση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο παλιός υπολογιστής δεν ανοίγει πια.
- Η παλιά συνήθεια δύσκολα αλλάζει.
- Ο παλιός μου συμμαθητής ήρθε στο σχολείο.
- Το παλιό φόρεμα έχει πολλά σκισίματα.
- Οι παλιοί φίλοι ξέρουν τα μυστικά μας.