καινός
επίθετο1. Που έχει πρόσφατη προέλευση ή ύπαρξη, που δημιουργήθηκε ή εισήχθη και δεν υπήρχε προηγουμένως.
2. Που παρουσιάζει χαρακτηριστικά, μορφή ή ιδέες διαφορετικές από τις συνήθεις ή γνωστές, επιφέροντας ανανέωση ή αλλαγή.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Αγόρασε έναν καινό υπολογιστή για τη δουλειά.
- Η καινή ιδέα έδωσε νέα ώθηση στο έργο.
- Μας έστειλαν ένα καινό δείγμα για δοκιμή.
- Οι καινοί κανόνες θα ισχύουν από αύριο.
- Ο συγγραφέας εισήγαγε καινά στοιχεία στο έργο του.