διευκρίνιση
ουσιαστικό1. Διαδικασία κατά την οποία καθίσταται σαφές το περιεχόμενο, η σημασία ή η πρόθεση ενός ζητήματος, όρου ή δήλωσης μέσω παροχής επιπλέον στοιχείων ή επεξηγήσεων.
Συνώνυμα
αποσαφήνιση διευκρινισμός διευκρίνισμα εξήγηση επεξήγηση διασαφήνιση διαλεύκανση σαφήνεια ερμηνεία ξεκαθάρισμα απάντηση λεπτομέρεια δήλωση εξιχνίαση προσδιορισμός ανάλυση διερμηνεία υπόμνημα επισήμανση χαρακτηρισμός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Μπορείς να μου δώσεις μια διευκρίνιση για το χρονοδιάγραμμα;
- Η διευκρίνιση που έδωσε ο καθηγητής έκανε το θέμα πιο κατανοητό.
- Χρειάζομαι διευκρίνιση σχετικά με το άρθρο 5 του συμβολαίου.
- Στείλαμε αίτημα για επίσημη διευκρίνιση από την υπηρεσία.
- Μετά την παρέμβαση, η διευκρίνιση της δήλωσής του απέτρεψε παρερμηνείες.
- Η ανακοίνωση περιλαμβάνει μια διευκρίνιση για τα κριτήρια επιλογής.