διαύγεια
ουσιαστικό1. Κατάσταση νοητικής σαφήνειας και ευκρίνειας, όπου οι σκέψεις και οι κρίσεις είναι σαφείς, οργανωμένες και εύκολα προσβάσιμες στην αντίληψη.
Συνώνυμα
ενάργεια ευκρίνεια σαφήνεια διαφάνεια καθαρότητα οξυδέρκεια φανερότητα νηφαλιότητα ευθυκρισία εγρήγορση
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η διαύγεια της σκέψης του βοήθησε να λύσει το πρόβλημα γρήγορα.
- Πριν καταναλώσουμε το νερό, ελέγξαμε την διαύγεια του δείγματος.
- Η διαύγεια στις δημόσιες αποφάσεις ενισχύει την εμπιστοσύνη των πολιτών.
- Με λίγη διαύγεια, το επιχείρημα γίνεται πιο πειστικό.
- Ο γιατρός παρατήρησε ότι η διαύγεια του ασθενούς είχε επιστρέψει μετά τη θεραπεία.